Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

πρωί

"κάθε φορά έρχεστε εδώ με ένα καινούριο σχέδιο και παίρνουμε φωτιά και μετά έρχεται η Forrester με το λάστιχο και πνιγόμαστε στο τσουνάμι".

   Κουράστηκα. Χτες καθαρίσαμε με τον Γείτονα το σπίτι, εγώ έκανα τις τακτοποιήσεις και το μπάνιο κι αυτός σκούπισμα-σφουγγάριμα. Μόνο "η δουλειά" της Πρωτοψάλτη δεν έπαιζε από πίσω και ήταν κρίμα γιατί εκεί που μαζεύαμε μπόγους ρούχα και τους διπλώναμε να τους βάλουμε στη ντουλάπα πολύ θα πήγαινε, είχαμε πιάσει και κουβέντα, ωραία ήταν. Είναι μεγάλη αδικία που η ζωή μας δεν έχει soundtrack, παρ' όλες μου τις προσπάθειες να βάλω.
   Θέλω να μας πάρουνε στη δουλειά. Το μόνο που δεν έχω κάνει είναι να στυλώσω τα πόδια στο πάτωμα και  να τα κοπανάω σαν παιδάκι και να τσιρίζω. Σήμερα το ονειρεύτηκα κιόλας, οτι ο Γείτονας ήταν στο καθιστικό, εγώ στο δωμάτιο, κοιμόμασταν, και και με παίρνει τηλέφωνο στο κινητό να μου πει οτι του τηλεφώνησαν και του είπαν οτι μας πήραν. Ξύπνησα, σκοτάδι. Παπαριές, Μαριγούλα μου...
   Στις μαντείες και τα άστρα γυρνάω κάθε φορά που είμαι συγχυσμένος-ο ευτυχισμένος ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από αυτά. Ίσως πάλι να μην έχει και κανένας, αλλά και πώς να διασκεδάσεις τις σκέψεις σου για ένα αύριο που δεν ξέρεις από που θα σου στείλει την ταφόπλακα, εκατό κιλά μάρμαρο; Μα πια περπατάμε σκυφτοί, κυρτωμένοι, σε επιφυλακή-δεν είναι κατάσταση.
   Σε άλλα νέα, αποφεύγω το σεξ. Δεν ξέρω πώς την έχω δει, αλλά το αποφεύγω. Μπορεί και λίγο η σκέψη να με φρικάρει ή να με αηδιάζει. Άμα δεν θέλω να τριφτώ στο στέρνο του άλλου σαν γατί, δεν πα να 'ναι και ο θεός ο ίδιος σε αντρική συσκευασία... Από τη μια είναι αυτό, από την άλλη καταλαβαίνω οτι η κατάσταση έτσι δεν πάει πουθενά. Σε απορία ο Μητσάκος. Επί του παρόντος, υπομονή.
   Συνειδητοποιήσεις αυτοαναφορικές (κοινώς, δουλειά δεν έχω και παρατηρώ τις αντιδράσεις μου): Άμα μιλάω, εκτονώνω ένταση. Λέω, λέω, λεώ, μου περνάει. Είναι άμα σιωπώ που ετοιμάζω μέσα μου το έγκλημα, εκεί γίνομαι επικίνδυνος. Κατά πάσα πιθανότητα, ισχύει για όλους τους ανθρώπους.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011

dark night of the soul

   Παθαίνω, τώρα που μιλάμε, κρίση πανικού και δεν υπάρχει *ένας άνθρωπος* κοντά να του μιλήσω. Δηλαδή, υπάρχει, αλλά κοιμάται στον καναπέ και δεν υπάρχει περίπτωση να τον ξυπνήσω για να του πω τις μαλακίες που με πνίγουνε. Υπάρχει ενα όριο στο πόσα μπορείς να κάνεις στους ανθρώπους πριν σκεφτούν σοβαρά το ενδεχόμενο να σε σουτάρουνε.
   Είναι άδικο αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Δεν μπορεί να κάνει να νιώθω έτσι. Αλλά από την άλλη, γιατί όχι; Τί σκατά θα κάνω; Πρέπει να κάνω μια εργασία για ένα υποχρεωτικό μάθημα στη σχολή αλλά δεν θέλω καθόλου, πρέπει να βρω δουλειά αλλά κωλοβαράω, πρέπει να δω τί σκατά θα κάνω με τη ζωή μου αλλά όλο το αναβάλλω. Με τρώει το κεφάλι μου από τα νεύρα μου, από το ξύσε ξύσε έχω κάνει τα μαλλιά μου σκατά.
   Όλο καπνίζω, Χριστέ μου. Όλο καπνίζω. Νομίζω όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι, τα πάντα, μια παράσταση κι αμα δεν πάει καλά, έχουμε κι επόμενη. Αμ δε! Αυτή είναι η ζωή σου, ηλίθιε, και κάθε μέρα που πέρασε είναι μια μέρα περασμένη. Δειλία. Δειλία και αναβλητικότητα.
   Νύχτα-κατάνυχτα τώρα, μόνος εγώ στο δωμάτιο, η πόρτα κλειστή, ο Γείτονας στο καθιστικό κοιμάται από ώρα, κοιμόμουν και γω αλλά πετάχτηκα με μια ώρα ύπνο και ένα άγχος τσακιστερό, να σπάει τα τσαΐρια, και κει που χάζευα στο ίντερνετ έχοντας πάρει απόφασή το το ότι δεν θα κοιμηθώ ξανά, σκέφτηκα κάτι. Δεν θυμάμαι πόσες φορές κοίταξα πίσω από τον ώμο μου να δω αν με κοιτάει κανείς (ποιός;), δεν μπορώ να σας εξηγήσω πόσο ανέβηκαν οι παλμοί μου ή πόσο δάγκωνα τα χείλια μου, όταν έψαξα στο google για το πρόγραμμα σπουδών του ΚΘΒΕ, για το πρόγραμμα σπουδών του Ίασμου, δεν μπορώ να σας μεταφέρω τί πέρασε από το μυαλό μου όταν είδα οτι οι πρώτοι παίρνουν 10-12 άτομα κάθε χρόνο, "τί κάνεις τόσο καιρό", τί θες να κάνεις;", "σιγά μη με παρουν", "σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να τραγουδήσω ή να χορέψω ή να παίξω", "δεν ξέρω τί μπορώ να κάνω, δεν το έχω δοκιμάσει", "πόσος καιρός χαμένος;"¨.
   Τί θέλω να κάνω; Γιατί νιώθω εγκλωβισμένος; Τρόμαξα με τα πράγματα που σκέφτηκα. Μαύρες σκέψεις και δεν μου άρεσαν καθόλου. Δεν μπορώ να φανταστώ το μέλλον. Μεγάλωσα; Πνίγομαι. Τρελαίνομαι. Λάθη. Πόσα; Πόσο ακριβά;
   Αυτό θέλω; Ηθοποιός; Πώς; Μου λείπει η ομορφιά και το ταλέντο.
   Όλο καπνίζω. Και δος του φούμο. Τέλος αυτή η παρωδία. Και τί άλλο;  Να αδυνατίσω, να αποστεωθώ. Να μαζέψω λεφτά. Πώς; Να μαζέψω. Σε ένα αδιέξοδο και να φύγω να πάω που; Καλά, ξεκάθαρα όχι στην Αρχαιολογία. Πού όμως; Και, έχω χρόνο να πάω όπου κι αν είναι να παώ;
   Είναι άδικο να να νιώθω έτσι. Θέλω, βαθιά από την ψυχή μου, να με πάρουν σε αυτή την δουλειά που έχω κατα νου και να χρειαστεί να μείνω Χριστούγεννα Θεσσαλονίκη γιατί ο πατέρας μου δεν μου καλομιλάει από τότε που τους είπα οτι είμαι gay και δεν θέλω να το αντιμετωπίσω όλο αυτό για 15 μέρες-δεν είναι οτι θα μου πει κάτι, αλλά ούτε το βλέμμα του δεν θέλω να σκέφτομαι. Σκατά. Και αυτός είναι και ο λόγος που θέλω να βρω δουλειά να ανεξαρτητοποιηθώ, γιατί δεν θέλω να με πληρώνουν αλλο. Αλλά αφήνω τις μέρες και φεύγουν έτσι, χωρίς να κάνω τίποτα. Λες και όλα είναι μια περατζάδα. Και θέλω να ευτυχήσω στη ζωή μου, αλλά πώς;
   Λέω να τα φέρω όλα τούμπα. Θα τα φέρω ολα τουμπα. Πρέπει να τα φέρω όλα τούμπα.
   Για καλή αρχή και έκβαση, κόβω το κάπνισμα και το φαί.
*Α*

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

παγωνόφτερο, φαντάζομαι.

   Σε θάλαμο νοσοκομείου, πίνακας στον τοίχο: Ένα τριαντάφυλλο και γύρω του αυτό, γραμμένο σε τέσσερις γλώσσες- "μια μέρα χωρίς εσένα, είναι μια μέρα χαμένη". Ήταν γραμμένο σε τόσες γλώσσες για να ΄χει να διαλέγει ο επισκέπτης ποιά γλώσσα δεν ξέρει ο αγαπημένος του, να του το λέει σε κείνη. Δεν ξέρω αν κάνει να βαραίνουμε αυτόν που αγαπάμε με την αγάπη μας.
   Και γω, κάθε φορά που θέλω να ξεκαβλώσω, το ξανασκέφτομαι, γιατί ξέρω οτι μόλις τελειώσει το σεξ θα θέλω να δώσω μια κλωτσιά στον άνθρωπο που είναι δίπλα μου, να πέσει από το κρεβάτι να με αφήσει στην ησυχία μου. Το όνομά του δεν θα σημαίνει τίποτα, η αγκαλιά του δεν θα μυρίζει με έναν τρόπο που θα μου αρέσει.

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2011

.

   Η μάνα μου προχτές ονειρευόταν φωτισμένες τις μπανιέρες στο Ναύπλιο και στο λιμάνι καράβια με εφοπλιστές που έρχονταν να κάνουν επενδύσεις να σώσουν την Ελλάδα. Όλων μας τα νεύρα είναι κρόσσια. Αυτό το έχουμε εμπεδώσει.
   Σκεφτόμουν οτι τίποτα δεν αξίζει να το έχεις, αν δεν μπορεί να βοηθήσει και τους φίλους σου. Ή, για να το διατυπώσω πλέον κατανοητά, ό,τι δεν μοιράζεσαι, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Λεφτά, ρούχα, αντικείμενα, σκέψεις, άνοιξε το χέρι σου και δωσ' τα-καθότι μαζί σου δεν θα τα πάρεις, που λέει και η γιαγιά. Τους ανθρώπους όμως μπορείς να τους πάρεις και να πάτε μια βόλτα, να 'ρθει το μέσα σου να καργάρει ευτυχία. Προτιμότερο αυτό.
   Σ' αυτό το πνεύμα -πάει λίγος καιρός- φορέσαμε με τον Γείτονα ένα απόγευμα ο ένας τα ρούχα του άλλου, από πάνω μέχρι κάτω (έως και τα γυαλιά ηλίου), και βγήκαμε για καφέ. Επίσης, κανα δυο μερες πριν, είχαμε κοιμηθεί στο σπίτι μιας φίλης και το πρωί που ξυπνήσαμε, για να μην είμαστε με χτεσινά ρούχα, βγάλαμε πλάτη με πλάτη τα παντελόνια μας και τα ανταλλάξαμε κι αυτά, σχολιάζοντας την περίεργη αίσθηση του να φοράς ρούχο που έχει ζεστάνει άλλος-αλλά μας είχε, τρόπον τινά, προλάβει ο Ελύτης, as always.
   Έρχονται ώρες που σκέφτομαι κάτι, μια διαπίστωση για τη ζωή μου φερ' ειπείν, και δεν ξέρω αν είναι δική μου σκέψη ή της Γενοβέφας. Τη νιώθω και τη σκέψη ζεστή, σα φορεμένο ρούχο.
   Τρομάζω λίγο με όλο αυτό το μοίρασμα, την κατάλυση της ιδιοκτησίας, αλλά δεν θα την άλλαζα με τίποτα. Οι άνθρωποί μου μού είναι πολύτιμοι, με προσδιορίζουν, μου δίνουν υπόσταση, "είμαι εγώ" γιατί "είναι αυτοί". Έτσι "είμαστε". Και συμπληρώνουμε ο ένας τα λόγια του άλλου και εκνευρίζουμε ο ένας τον άλλο, και γελάμε και κλαίμε και αν κάτι πάει στραβά το καταλαβαίνουμε διαισθητικά πριν καλά καλά συμβεί, και φοράμε ο ένας τα ρούχα του άλλου δεύτερη μερα και μπλέκονται οι μυρωδιές μας, και κοιμόμαστε όλοι μαζί σε ένα σπίτι και του καθενός του πράγματα είναι όλων τα πράγματα. Έτσι θέλω να ζω.
   Με αυτό το mindset, μα τον Χριστό και την Παναγία, δεν μπορώ με τίποτα να καταλάβω τί συμβαίνει εκεί έξω.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

το προφανές


   Ας κοροϊδεύει η Γενοβέφα όσο θέλει, η Νικολακοπούλου είναι μια θεότητα ινκαρνάτα. Γιατί καταφέρνει αυτό που πρίν από αυτήν κατάφερναν οι μεγάλοι μόνο (Γκάτσος, Τσιτσάνης off the top of my head...), να μιλήσει δηλαδή για το προφανές, απλά. "Χάρηκα που τα 'παμε, έστω και τώρα" λέει κάπου. Και καταλαβαίνεις οτι τον αγάπησε τον μαλάκα, τη χώρισε ο μαλάκας, τον πόνεσε τον μαλάκα, ήρθε και μάργωσε το μέσα της για τον μαλάκα και τώρα -μετά την τόση οδύνη-, ξεκαθάρισαν στο κεφάλι της όλα. Ησύχασε.
   Έχει βέβαια μια μανιέρα ο στίχος της, αλλά ποιός είμαι εγώ να κατηγορήσω, ειδικά εφόσον αυτή γίνεται όπως γίνεται και αισθητικά με καλύπτει. 
   Ο δε Τσιτσάνης, το 'χουμε ξαναπεί, έγραψε αυτό που θα σας δώσω κι από κάτω ως λέξεις για την καρτέλα, και το οποίο, αν ποτέ ερωτηθώ, θα πω οτι είναι το αγαπημένο μου ποίημα στον κόσμο όλο.
   
Βραδιάζει γύρω κι η νύχτα
απλώνει σκοτάδι βαθύ
κορίτσι ξένο σαν ίσκιος
πλανιέται μονάχο στην γη

Χωρίς ντροπή, αναζητεί
τον ήλιο που έχει χαθεί,
στα σκοτάδια να βρει

Μπορεί να το ‘χουν πλανέψει
ακρογιαλιές δειλινά
και σκλαβωμένη για πάντα
κρατούνε την δόλια καρδιά

Μπορεί ακόμα μπορεί,
να έχει πια τρελαθεί
και τότε ποιος θα ρωτήσει
να μάθει ποτέ το γιατί

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Μερικές σκέψεις ακομα

   Άμα διαβάζω σε περιοδικά άρθρα για το πώς περνάνε οι άνθρωποι τη ζωή τους, πώς βλέπουν όσα γίνονται γύρω τους, θέλω να κλαίω. Είναι τέτοια η συγκινηση που δεν μπορω να την εξηγήσω, αλλα γίνομαι ένα ράκος, ολόκληρος ξέφτια. Πόσοι με διαβάζετε; Νιώθετε ποτέ έτσι με μένα; Άλλη χαρά δεν θα 'χα. 
   Σκέφτομαι που, κατά τα φαινόμενα, η ζωή είναι ένας τόπος στον οποίο βρισκόμαστε. Ένας χώρος, ένα μέρος. Για κάποιον υπάρχει αγωνία αν "βρίσκεται ακόμα στη ζωή", άλλος "έφυγε απο τη ζωή", ένας τρίτος σκέφτεται "πώς θα φτιάξει τη ζωή του"-σαν να ταν δωμάτιο ή αυλή να την διακοσμήσει (και αυτός ο τρίτος μπορεί να είμαι εγώ).  Συνειρμικά θυμάμαι που διάβαζα για μια φυλή κάπου (μπορεί στην Αφρική-αλλά στην Αφρική και στον Αμαζόνιο ξαποστέλνουμε ο,τι μακρινό, οπότε υπάρχει κίνδυνος να πέφτω σε αυτή τη λούμπα) που παρατηρούσε τους γηραιους της. Όσο γερναγανε η κινητικότητά τους μειωνοταν όλο και περισσότερο, έτσι -λογικώ τω τρόπω- θεωρούσαν, όταν πια πέθαιναν, ότι είχαν ακινητοποιηθεί εντελώς, είχαν γίνει σαν δέντρα σκληροί και σταθεροί. Ακόμα πιο συνειρμικά (μιλάμε για αβυσσαλέα βάθη τωρα πια), βλέποντας την ξαδερφή μου να κάνει ηλιοθεραπεία σκέφτηκα μια παράξενη αρρώστια του πυρετού που θα με έπιανε απο μελαγχολία σε κάποιο παράλληλο και δίκαιο σύμπαν: καθώς θα ελιωνα απο την θέρμη, απο μέσα προς τα έξω, θα μουσκευα σεντόνια απο τον ιδρώτα, σε ένα καλοκαίρι κίτρινο και γκρι, και όπως οι δρόμοι έξω απο το παράθυρο θα ανεβαζαν λαύρα στο καταμεσήμερο, ένας-ένας θα πέρναγαν οι συγγενείς, κλαμμένοι απο ώρα και μαυροφορόντες, πάνω απο το κεφάλι μου και για καθέναν τους απο το στόμα μου θα έβγαινε μια προφητεία για το μέλλον. Μόλις εφευγε και ο τελευταίος θα πεθαινα λέγοντας μέσα απο μια ψυχρή ανάσα "μια μέρα θα τα θυμόμαστε όλα αυτά και θα γελάμε". 
   Δεν το παλεύω καθόλου το φετινό χτικιό. Έχω τόσο έντονη την ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον και να τον ακουμπησω, με τα χερια, με τα λόγια, όπως να ναι. 
   Προφανώς και έχω χρόνο για ξόδεμα για να τα σκέφτομαι όλα αυτά και είναι και καλοκαίρι που, όπως λέω με τραγική συχνότητα, αποτελεί την κατάρρευση όλων των μεγάλων δομών (έτσι και της, ούτως ή άλλως χαώδους, σκέψης μου), αλλά -σκεφτείτε το λίγο- μοτίβα ανακινούνται μέσα μας μορφωμένα απο άλλους, μεταμορφωμένα απο μας, μέχρι να καταλήξουν σε κάτι καθαρά δικό μας και, συχνά, λύτρωτικό την ώρα που επιτέλους προκύπτει ξεκάθαρο. Ή, τέλος πάντων, αφού μας έχει πρήξει τα συκώτια μια σκέψη μέχρι να κατασταλάξει, μόλις επιτέλους κάθεται ο κουρνιαχτός, νιώθουμε ότι ανακαλύψαμε την τυρόπιτα. 
   Θέλω να σας πω τόσα πολλά για μένα, να με γνωρίσετε σα να πέθαινα αύριο. Υπάρχουν ερωτήσεις που σταθερά με κάνουν να νιώθω άβολα: -"τί θα κάνεις μετά το πανεπιστήμιο;" -"πώς σκέφτεσαι το μέλλον σου;" -"τί οδοντόκρεμα χρησιμοποιείς;" -"πόσα κιλά έχεις χάσει;" -"πήγες γυμναστήριο σήμερα;" -"

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Σκέψεις

   Στη Σκατόπολη από την Παρασκευή και ως μέσα Αυγούστου.
   Μερικές σκέψεις των τελευταίων ημερών.
   *Πόσες γνώριμες απελπισίες! Ηλίθιοι άνθρωποι, αργές ζωές. Βέβαια, για να μην τους αδικώ, δεν έχουν λόγο να είναι δημιουργικοί. Τους χειμώνες έχουν κήπους με οπωροφόρα και τα καλοκαίρια ζέστη και θάλασσες. Έτσι, οι έρωτές τους πάντα απογοητεύονται, αλλά η ζωή τους ανταμείβει με μια πεισματική ευημερία.
   *Κατηφόρα προς παραλία. Τα σχοίνα, λεώ, έχουν ήχο σαν τον δικό τους-κάτι ανάμεσα σε χ και κ. Συρριχτό και πίσω από σφιγμένα δόντια.
   *Στην παραλία. Ο κόσμος ξεμακραίνει.
   *Τα βουνά τους όλα κάτι τα έχει μασήσει και τους κυκλώνουν. Γι' αυτό κι έχουν πρόσωπα με μεγάλα μάγουλα, χωρίς γωνίες.
   *Βράδυ, για ποτό. Μια επιγραφή "Παγωτά-Ice Cream" πίσω από κάτι κάγκελα. Σα φυλακισμένη. Ποιός φυλακίζει επιγραφές;
   *Τί λένε οι άντρες μεταξύ τους;
   *Πυροβασία.
   *Τί τραγικές στιγμές έχουμε ζήσει σαν έθνος; Ξεχνάει κανείς που η Ρούλα είχε περπατήσει, κυριολεκτικά, σε αναμμένα κάρβουνα;
   *Beach Bar, μεσημέρι. Εγώ ένα πουλάκι στα κλαδιά, ο εύθραυστός μου λαιμός, το ηλίθιο βλέμμα. 
   *Another brick in the wall.
   *Mi mujer. Αλλά εδώ, εκ των υστέρων, πρέπει να ευχαριστήσω τον YannisNenes για τις συστάσεις.
   *Personal Jesus.
   *Ο ήλιος στις φυλλωσιές με χτυπάει με ευεργεσία στα μάτια να με στραβώσει. Μαλακός ηλιάκος. Αλλά και κάποια υποκοριστικά θες χρόνια στην πλάτη σου για να τα χρησιμοποιήσεις. Η γιαγιά μου τον έλεγε έτσι-τον είδε όμως να σβήνει και 13 φορές.
   *Μέρες Αργίας.
   *Μυστήριο τραίνο-"αυτό είναι για σένα".
   *ΒΕΡΥΚΟΚΑ, και η πινακίδα γραμμένη σα να μην είναι γράμματα-σα να αντέγραφε απλά σχήματα.
   *Υπάρχει μάτι που μεταμορφώνει τα πάντα και είναι επιθετικό.
   *Πουστράκια. Γιατί, ρε μπαμπά, "πουστράκια"; Κανένα ένστικτο δεν σε σώζει;
   *Η House θα είναι πάντα μια πληγή.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

-δεν ξέρω τί τίτλο να βάλω-

   Μπορεί να είναι και άκρως ηλίθιο αυτό το σκεπτικό, αλλά δεν την θέλω ώρες-ώρες την ευκολία. Ξαναδιάβαζα τα κείμενα του blog γιατί έχω μερικές υπεραισιόδοξες βλέψεις που θα συζητήσουμε άλλη ώρα (άν τις συζητήσουμε και ποτέ...) και έπεσα πάνω στο "γάλα και τριαντάφυλλο", όπου με τόση νοσταλγία κάνω αναφορά στο χυμό τριαντάφυλλο ως ένα αυστηρά κυπραίικο προϊόν, που μόνο θυμάμαι, καθώς πάει τουλάχιστον διετία από την τελευταία φορά που έπεσε στα χέρια μου. Και σκέφτηκα οτι "αυστηρά κυπραίικο προϊόν" δεν υπάρχει. Αν φάω τον τόπο, αν ψάξω στα delicatessen της πόλης, στις ακριβές κάβες, σε ψαγμένα σουπερμάρκετ, σε μαγαζιά με κυπριακά προϊόντα, κάπου θα βρω ένα μπουκάλι.
   Θα το αγοράσω, θα το φέρω σπίτι και θα το κοιτάω. Τί ουσία θα έχει; Μόνο θα μου καταργήσω ένα μύθο, μόνο που θα αποκαθηλώσω κάτι ακόμα από το χώρο του μαγικού και θα το κάνω καθημερινότητα. Κι από κει που ο χυμός τριαντάφυλλο ήταν φίλτρο, ένα κονκόκτο* βακχίδας, θα γίνει άλλη μια βουλίτσα στη λίστα του ΣούπερΜάρκετ. Και γω θα μεγαλώσω λίγο ακόμα. Η toblerone είναι μια απαίσια σοκολάτα. Έχει όλα αυτά τα μικρά κομματάκια που μου κολλάνε στα δόντια, συνήθως είναι σκληρή και αυτό της το περίεργο τριγωνικό σχήμα με κάνει να νιώθω άβολα όταν την τρώω-περίπου σαν να τρώω καρφιά ή, λιγότερο δραματικά, μικρούς χάρακες. Αλλά ήταν συχνό δώρο από ταξίδια! Όταν ήμασταν παιδιά, όποιος έφευγε από το σόι εξωτερικό, αποκλείεται να μην μας έφερνε toblerone. Έτσι, την λαχταρούσαμε για την σπανιότητά της, το εξωτικό της καταγωγής της. Μετά λίγα χρόνια την φέραν στα περίπτερα. Δεν έχω αγοράσει ποτέ μου μια, έχασε κάθε ουσία. 
   Αυτό που θέλω να πω είναι οτι προσέχω πια. Μένω μόνος μου και ό,τι θελήσω μπορώ να το έχω με λίγο ψάξιμο-ζούμε σε μια αγορά που διακινούνται όλα, απ' όπου κι αν προέρχονται. Το κόστος όμως είναι η αποκαθήλωση. Τίποτα δεν σπανίζει. Για τίποτα δεν αγωνιάς πια αν θα το λάβεις μια συγκεκριμένη εποχή του χρόνου ή μια φορά κάθε λίγα χρόνια. Εκεί προσέχω. Να μην ξεφτιλίζω τους ίδιους μου τους μύθους.
   Το πράγμα, το όποιο πράγμα, από τη στιγμή που θα το πάρεις στα χέρια σου έχει συγκεκριμένες χρήσεις. Θα το χρησιμοποιήσεις ή θα το πιείς ή θα το φας ή οτιδήποτε. Όσο όμως δεν το 'χεις, οι χρήσεις του είναι απεριόριστες. Ανακαλεί μνήμες, ξεσηκώνει εμπνεύσεις. Χρησιμεύει πολύ πέρα από τη σφαίρα της ίδιας του της πρακτικότητας. Σαφώς και επηρεασμένος από χτεσινή κουβέντα με φίλο τα λέω όλα αυτά. Στον οποίο και το post αφιερώνεται, by the way. 
   Αλλά ναι, προτιμώ να μην μάθω ποτέ τη συνταγή του φαγητού που έτρωγα κάθε που το φεγγάρι ήταν του θεριστή-αυτός που το μαγείρευε δεν θα ξαναμαγειρέψει ποτέ και τα υλικά ήταν σπάνια, βοτάνια από άλλες χώρες. Μια αναζήτηση στον υπερμπρέην του google, μια εξόρμηση σε ακριβά μαγαζιά με βότανα και voila, αλλά δεν θα έχει ουσία. Ας μην το ξαναφάω ποτέ, ας μου μείνει μόνο η ανάμνηση του φαγητού μαζί με την ανάμνηση του ανθρώπου που το 'φτιαχνε. Καλύτερα έτσι.

 *Αστέρω*

*καμιά φορά φτιάχνουμε και λέξεις επειδή αγαπάμε τους ήχους τους στο στόμα μας. Σαφώς concoction, και δη debauched.

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

σύντομο 2

   Με φόντο έναν ουρανό που αργόσβηνε, επάνω σ'ένα βράχο, τραβηγμένο από απόσταση και από κάτω προς τα πάνω, ένα αγόρι κοίταζε πέρα. Στεκόταν προφίλ, αλλά όλο το πάνω μέρος του κορμιού του είχε στρίψει, με μια κίνηση δευτερεύουσα -μια κίνηση μυώνων, όχι μυών- να αποφύγει το φακό, να μην τον νοιάξει ο φακός. Μια φωτογραφία που μιλάει για την πιο τυπική άρνηση: "αρνούμαι εσένα, σβήνω το όνομά σου, και κοιτάζω ήδη στο επόμενο βήμα". Έτσι, μια φωτογραφία που ήταν καθ' ολοκληρίαν λάθος.
  

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

ακρογιαλιές-δειλινά

   Δεν πρέπει να ξεχνάτε για τον οικοδεσπότη σας οτι είναι Βακχίς. Ή Μαινάδα, αν προτιμάται, αλλά τέλος πάντων μια τάση προς τη μανιακή φάση υπάρχει και εκδηλώνεται με διάφορα ερεθίσματα και σε διάφορες στιγμές. Χτες ήμουν έξω για ποτο, εννοείται άφαγος, εννοείται έγινα κουδούνι. Και για καλή μου τύχη έπεσα πάνω σε αυτό το μεθεξιακό:
   

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

σύντομο

   Κοίταξε το κενό και είπε "θα φτιάξω ένα κέηκ". Εκεί έγιναν τα μάτια του σαν ελαφιού, σηκώθηκε και έστρωσε το παντελόνι του, να το ισιώσει που είχε ζαρώσει. Όλη η οικογένεια τον κοιτούσε χωρίς να μιλά κανείς, έτσι όπως ήταν καθισμένοι γύρω γύρω στο καθιστικό σε καρέκλες και καναπέδες. Πήγε με χαμηλωμένο κεφάλι ως την κουζίνα, να μην δουν που έκλαιγε και που πόναγε τόσο ο λαιμός του από την πίεση μέσα του. 

πλάνταξε

   Για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν υπάρχουν πολλές λέξεις πιο περιγραφικές από το "πλάνταξε". Ακριβώς σε αυτόν τον τύπο, όχι "πλαντάζω" ή "θα πλαντάξεις", "πλάνταξε". Δελεάζομαι να κάνω διάφορους συνειρμούς για το τραγικό του να βλέπεις κάποιον να κλαίει με τέτοιο παράπονο που, αν αναγκαστείς μετά να το αφηγηθείς, να χρησιμοποιήσεις τη λέξη "πλάνταξε". Αλλά αυτούς τους συνειρμούς θα τους παραλείψω ως άσχετους με τον ρουν της ιστορίας μας.
   Μου έχει τελειώσει ο καφές και προσπαθώ, λίγη ώρα τώρα, να ξυπνήσω μόνο με τσιγάρο και παγωμένο νερό. Δεν είναι εύκολο. Επίσης δεν μπορώ τις προσμονές-σε μια βδομάδα πρέπει να κατέβω για καλοκαίρι στη Σκατόπολη και έχουν λυγίσει κατά τι τα νεύρα μου. Ας κατεβώ πια, να φάω την κρυάδα μου, να ξεμπερδεύω. Δεν μου πολυάρεσει που το βλέπω να μου 'ρχεται σαν τσουνάμι και δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι αυτό.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

γάλα και τριαντάφυλλο

   (Τα παρακάτω, πολιτικά. Αλλά λόγω τύψεων του συγγραφέα, που κατά βάση είναι ένας απαίδευτος ηλίθιος -ιδιώτης συν τοις άλλοις-, ορίστε μερικές προειδοποιήσεις:
1. Διαβάστε σαν να διαβάζατε έκθεση 6ης δημοτικού για τις περασμένες διακοπές του καλοκαιριού, δηλαδή σαν να κάνετε χάρη στο ανήψι
2. Διαβάστε με το Λεξικό των Χαζάρων από δίπλα, για την περίπτωση που βαρεθείτε στα μισά και θέλετε να διαβάσετε κάτι ενδιαφέρον
3. Μην εμπιστεύεστε άνθρωπο που γράφει το κρεββάτι και τα κόκκαλα με δυο βήτα/κάππα από άποψη
4. Αν, στανικώς του Θεού και θεληματικώς του Διαβόλου, αποφασίσετε να διαβάσετε το κείμενο σοβαρά, καθίστε με βρακί/μποξεράκι οκλαδόν στον καναπέ, μια μπλούζα φαρδιά πάνω στα κόκκαλα της ράχης -ή και καθόλου-, ρίξτε τα χέρια στα πλάγια σας και απαγγείλτε με λίγες ανάσες τα όσα γράφονται.)
   Προχτές ήθελα να αγοράσω ένα μπουκάλι Rosewater & Vanilla από την Jo Malone, γιατί στο δέρμα μου μύριζε σαν γάλα με χυμό τριαντάφυλλο, που μου έφερνε η Κύπριδα η Γενοβέφα από το νησί της και πίναμε μαζί. Δυο μπουκάλια χυμό τριαντάφυλλο -ένα σπίτι της, ένα σπίτι μου-, που σχεδόν τα μεταλαβαίναμε γιατί άμα τέλειωναν μετά δεν είχε άλλο, δεν μπορούσαμε να βρούμε στην Ελλάδα. Συνειρμικά, όλα τα ποτήρια από τα οποία πρώτα έχεις πιεί γάλα, μετά τα έχεις ξεπλύνει και έχεις πιεί νερό, μου θυμίζουν το πατρικό της μάνας μου, ενα παραθαλάσσιο χωριό χωρίς Θεό που τη βγάζαμε μικροί τα καλοκαίρια -με την Γενοβέφα πάλι- και γεμίζαμε τον τόπο δράκους και νεράιδες, τόσο που ο αέρας πύκνωνε και τα μεσημέρια ήταν ανυπόφορα.
   Δεν ξέρω από πολιτική. Είμαι μικρός και ηλίθιος και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν καταλαβαίνω γιατί να μην ζούμε μονιασμένοι όλοι όλη την ώρα, γελώντας, κατά καιρούς θυμώνοντας ο ένας με τον άλλο σε σημείο υστερίας, να σημαδεύουμε τον θυμό μας με λάδια και χώματα, και μετά πάλι να τα βρίσκουμε αγκαλιασμένοι και να γελάμε. "He drank, he fought, he made his ancestors proud", συνειρμικά κι αυτό και χέσ' τε με.
   Όλο λέω για την Γενοβέφα γιατί την ζηλεύω που έχει φύγει από αυτόν τον κωλότοπο, που με πνίγει χωρίς να καταλαβαίνω γιατί και που όλο καταφεύγω σε προβολές και φυγιατέματα για να συνέρχομαι, που όλο σκέφτομαι το μέλλον για να μην φρικάρω, που είναι τίγκα στον άσχημο τον άνθρωπο και που όλο ακούω για τους παλιούς και τα λάθη τους και τα σωστά τους και τις σοφίες τους για την ζωή. Όλο πρότερα λόγια που πρέπει να ξεπεράσεις για να πεις δυο κουβέντες δικές σου και να τις ακούσεις. Εσύ. Δεν μπορώ να ακούσω τη φωνή μου μέσα στις τόσες φωνές των ψυχών αυτής της χώρας. Υπάρχει μια πεπατημένη για τα πάντα, πώς θα ντυθείς, τί θα κάνεις, τί θα πιείς, πώς θα πράξεις, πώς θα ποιείς. Στο πατημένο το χώμα, δεν φυτρώνει χορτάρι. Τί ουσία έχει που τα λεώ όλα αυτά;
   "Ποιοί θα 'μαστε αύριο;" μου αμόλησε λίγες μέρες πριν η μάνα μου στο τηλέφωνο και ένιωσα να γλιστράω, να πέφτω και να περνάω δίπλα από πιάνα, ράφια και συναφείς δείκτες οτι εκεί που οδεύω θα το χάσω το κεφάλι μου ή τέλος πάντων θα με απειλούν αενάως οτι θα το χάσω το κεφάλι μου.
   Η ουσία είναι οτι "one pill makes you larger and one pill makes you small and the ones that mother gives you don't do anything at all". Αυτό, λοιπόν, κατά τα φαινόμενα, δεν το καταλαβαίνει Χριστός. Δέχομαι τις κατηγορίες οτι μπορεί να ζω και γω στην Ονειροφαντασία μου (με πύργους σε σχήμα τουλίπας, το Τίποτα να 'ρχεται και τα τοιαύτα), αλλά και εκεί έξω γίνεται πόλεμος κανονικός που δεν με αφορά, δεν τον δικαιώνει τίποτα και -ακόμα πιο σημαντικό- έχει απολέσει κάθε ίχνος αισθητικής. Η θεωρία μου είναι οτι όταν όλα τα άλλα παύουν να έχουν σημασία ή όταν φτάνεις στο "ως εδώ και μη παρ' έκει" η αισθητική είναι η τελευταία καταφυγή και σε αυτή την χώρα την έχουμε χάσει κι αυτή. Άσχημοι άνθρωποι, άσχημα σκέφτονται και άσχημα πράττουν. Με ανοιχτά σάιτ εφημερίδων τα γράφω όλα αυτά, αλλά δεν θα εναφερθώ σε γεγονότα-αυτά υπάρχουν παντού.
   Είχα πριν μέρες κατεβεί για τσιγάρα, σκεπτόμενος οτι, αν είχα κοιμηθεί για βράδυ, θα είχα ονειρευτεί μια γυναίκα να ξυρίζει τα δόντια της με φαλτσέτα, και είδα:
  1. Χριστιανούς να βγαίνουν από την εκκλησία τους και να παίρνουν μεγάλα αντίδωρα από κόκκινα βελούδινα πανέρια στην αυλή της εκκλησίας. Και ενώ πείναγα πάρα πολύ, με δανεικά λεφτά κατέβαινα για τσιγάρα, δεν κατέβηκα να πάρω μια μπουκιά γιατί αυτό το ψωμί το κόψανε οι Χριστιανοί και το μοίραζαν αναμετάξυ τους. Εγώ δεν το άξιζα, δεν ήταν για μένα. Και ένιωσα περήφανος.
  2. Μια γιαγιά. Είχε ξεκρεμάσει τις γλάστρες από το μπαλκόνι της για να τις ποτίσει και τώρα τις έπιανε μια μια, τους μίλαγε και τις ξανάβαζε στη θέση τους.
  3. Έναν παπά σπαθί πεταμένο στο πεζοδρόμιο και έβγαλα γνώση για το μέλλον μου.
  4. Μια κοπελιά στα 15-16 και όλος ο δρόμος πίσω της και μπρος της μύριζε Angel. Why the drama, σκέφτηκα. Αλλά μετά συνειδητοποίησα (και από το ύφος της) οτι με αυτό σκότωνε τους αγαπητικούς της.
  5. Τα πλακάκια για τους τυφλούς στα πεζοδρόμια να μοιάζουν με φλέβες.
  6. Θείους με ρυτίδες στους αγκώνες και θείες με τεράστιους κώλους σφηνωμένους μέσα σε μακριες, στενές φλοράλ φούστες.
   Δεν ξέρω ακόμα τί ουσία έχει που τα λεώ όλα αυτά.
*Αστέρω*

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

το κακό και τ' άδικο

   Καλημέρα στο θίασο και στο φιλοθεάμον κοινό. Λίγα άκυρα για αρχή.
  1. Μπορώ, που λέτε, άνετα να εκθέσω την Γενοβέφα, δημοσιεύοντας την χτεσινή μας κουβέντα στο φου-μπου και να αποδείξω σε όλους σας οτι και αυτή, που μας το έπαιζε Κυρία επιπέδου, δεν είναι παρά άλλη μια ξελιγωμένη-έτσι, αυτό το blog θα μετρά επίσημα δυο ξελιγωμένες, του συντάκτη του συμπεριλαμβανομένου. Και νομίζω θα το κάνω, γιατί η ηθική δεν συμπεριλαμβάνεται στα πολλά μου προτερήματα. Αναμείνατε ποστ.
  2. Κατά τα άλλα, χτες το βράδυ κοιμήθηκα 8 το πρωί και ξύπνησα τώρα δα πριν από λίγο, κατά τις 12 παρά. Αν αυτή η ιστορία συνεχιστεί, θα αναγκαστώ να πέσω στα χάπια. Nuff said.
  3. Χτες μαγείρεψα ένα πάρα πολύ μίζερο στήθος κοτόπουλο ψητό στο φούρνο που με έκανε να "αηδιάσω από ντροπή και από λύπη" και να θυμηθώ με πόνο ψυχής τις εποχές που το σπίτι μου μύριζε κουλουράκια πορτοκαλιού και death by chocolate (κέηκ σοκολάτας με σοκολάτα, επικάλυψη σοκολάτας και λίγη σοκολάτα ακόμα). Alas. Σήμερα, στο ίδιο μοτίβο μιζέριας, θα κάνω γλώσσα φιλέτο ψητό στο φούρνο. Νομίζω το στήθος κοτόπουλο και το φιλέτο γλώσσας είναι το κρέας και το ψάρι στις χειρότερες δυνατές εκτελέσεις τους. Και ενώ για το κρέας δεν με πολυνοιάζει, καθότι δεν είμαι φαν, το ψάρι το αγαπώ και νιώθω προδότης απέναντι στην θειά μου την Bruja (αυτή είναι η μάνα της Γενοβέφας) που το μόνο που μπορώ να μαγειρέψω από θαλασσινά είναι αυτή η αηδία. Oh, well.
   Στο κυρίως θέμα της ημέρας-δεν είμαι καλά (πάλι). Απ' αυτό το λίγο που κοιμάμαι, ξυπνάω κιόλας μέσα στη νύχτα τόσο θυμωμένος που καίει το σάλιο μου. Θυμωμένος με μένα, με το σύμπαν, με τις επιλογές μου, you name it. Θυμωμένος. Και εν πλήρη εγρηγόρση, σα να είχα κλείσει λίγο τα μάτια μου, να μην κοιμόμουν πραγματικά. Καντήλια προς κάθε κατεύθυνση-στην τσουλάρα που έκαμε καπάρο το τεκνό, στον μαλάκα που έρποντας, γλύφοντας και με τα κέρατά του τώρα βγάζει ένα σκασμό λεφτά, στην άχρηστη που όλοι της κάνουν τεμενάδες οτι είναι ταλαντούχα, στον πούτανο που ούτε μια τρίχα από τα αρχίδια μου δεν είναι και έχει πάρει τη μισή Θεσσαλονίκη. Σκέψεις μικρές, κακές, που καθόλου δεν με ωφελούν αφενός, καθόλου δεν με τιμούν αφετέρου-αλλά, hey, no secrets from my audience. Και προσπαθώ να το δω δημιουργικά, να το εκλογικεύσω. Μετράω τί έχω κάνει ως τώρα για να πετύχω τους στόχους μου, τί άλλο πρέπει να κάνω, ποιό το επόμενο βήμα, τί θα ήταν εφικτό στην παρούσα φάση και τί θαύμα.
   Αλλά, ρε πούστη μου, κανένα απ' αυτά τα τσόλια δεν έκατσε να τα σκεφτεί όλα αυτά. Απλά κάναν μαλακίες τη μια πίσω από την άλλη και σε κάποια φάση τους έκατσε και τώρα απολαμβάνουν όσα εγώ πρέπει να γαμηθώ για να αποκτήσω και πάλι βλέπουμε. Εκεί στραβώνω-με το κακό και τ' άδικο. Δεν τρέφω ψευδαισθήσεις οτι υπάρχει κάποια δικαιοσύνη σε όλη αυτή τη μαλακία, οτι υπάρχει κάποια επουράνια δύναμη ανταμοιβής που θα σε δει να προσπαθείς για 5 και θα σου δώσει 6, για να σου δοξάσει το φιλότιμο. Αλλά θα ήθελα για μια φορά, αυτό το τυχαίο που ευνοεί -κατά τα φαινόμενα- τους πάντες γύρω μου, να ευνοήσει και μένα. Να μου 'ρθει κάτι που δεν το περιμένω και κάπου εκεί, για λίγο ή περισσότερο, να βρω την ευτυχία, την ανακούφιση, οτι Δικαιοσύνη δεν υπάρχει, υπάρχει όμως ένα πολύ δημιουργικό Χάος, που -άκου, φίλε μου- το είδα μια φορά κι απ' την καλή. Σκέψεις αχάριστες, βέβαια, γιατί εμένα που με διαβάζετε, θα έπρεπε ήδη δυο φορές να 'χω πεθάνει, αλλά και τις δυο τη γλίτωσα, κάτω από συνθήκες όχι ακριβώς διευκρινίσιμες. 
   Κλωστές τα νεύρα μου, ξέφτια. Αν μέσα στη μέρα είμαι ήρεμος, σχετικά συνεργάσιμος και κάπως παραγωγικός, είναι γιατί καταπιέζω τις σκέψεις μου στο μίνιμουμ. Απλά κάνω πράγματα, μηχανικά. Το βάζω στον αυτόματο και λεώ "θα 'ρθει και μένα η ώρα μου, όταν μου αξίζει. Προς το παρόν προσπάθεια στην προσπάθεια". Που βέβαια, η προσπάθεια (εν αντιθέσει με ό,τι λένε οι αποτυχημένοι απο Κτίσεως Ρώμης) δεν σημαίνει τίποτα από μόνη της-νάδα. Τα αποτελέσματα είναι που μετράνε-κι αν δεν είσαι ικανοποιημένος με τα αποτελέσματα, κάτι κάνεις σοβαρά λάθος, non? 
   Τί άλλο; Τί άλλο; Σκέφτομαι. Δεν ξέρω από που να το πιάσω. 

*Αστέρω*

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

6:28 π.μ.

   Κοιμήθηκα τέσσερις σκάρτες ώρες για βράδυ. Ιδέα δεν έχω γιατί. Έπεσα κατά τις 2 και κάτι και ξύπνησα μόνος μου 6 παρά. Πρέπει να το πάρω απόφαση ότι ο ύπνος στη ζωή μου είναι ένα ντιπ ηλίθιο πράγμα που δεν θα ρυθμιστεί εντελώς ποτέ.
   Ξύπνησα και σκεφτόμουν ότι βγάζουμε ένα κάρο φωτογραφίες με το ίδιο ύφος. Το χαμόγελο της Κρεστ. Ή μια συγκεκριμένη τσαντίλα-ντεμέκ από άποψη. Γιατί το κάνουμε αυτό; Μετά θυμήθηκα παλιά, που βγάζανε μια φωτογραφία στη χάση και μια στη φέξη, και όλοι ήταν λες και τους είχες δείρει και μετά στήσει για φωτογραφία. Οπότε υποθέτω οτι το χαμόγελο της Κρεστ σε διακόσιες πενήντα χιλιάδες αντίτυπα είναι προτιμότερο.
   Χτες βράδυ κάναμε, για άλλη μια φορά, κουβέντα με τον Γείτονα για το αν θα φύγει τον Ιούνη από Θεσσαλονίκη ή όχι. Άκρη, για άλλη μία φορά, δεν βγάλαμε, γιατί αυτός είναι τσινιάρικο μουλάρι και γω σκύλα καραβίσσα*. Τέλος πάντων, το θέμα δεν είναι που διαφωνήσαμε με τον Γείτονα (that's what we do), αλλά που παρατήρησα οτι, όταν κάνω μία κουβέντα που με ενδιαφέρει, και ενώ είμαι -θα λέγαμε- δοσμένος σε αυτήν, το μυαλό μου κάνει άτσαλες, άκυρες σκέψεις, που δεν με αποσυντονίζουν μεν από το θέμα, δεν έχουν δε καμία σχέση με αυτό. Και χτες το βράδυ, ενώ τον καντήλιαζα σκεφτόμουν πέργκολες. Με γιασεμιά. Μνήστητίμουκύριε... Σχεδόν πληρώνω για την εξήγηση του φαινομένου και τώρα που το παρατήρησα θα κρατάω mental notes όταν συμβαίνει, τουλάχιστον να σας τα γράφω εδώ και να γελάτε.
   Αυτό με τις άκυρες σκέψεις σε άκυρες ώρες μου συμβαίνει και όταν μηχανικά κάνω κάτι και σκέφτομαι κάτι άλλο. Σαν προχτές το πρωί που, άυπνος όλη νύχτα, έπλενα τα δόντια μου πηγαίνοντας πάνω-κάτω στο σπίτι ενώ ο Γείτονας έκανε εργασία και σε κάποια φάση έφαγα φλασιά, ενώ σκεφτόμουν ναούς της Πελοποννήσου, οτι, αν είχα κοιμηθεί, θα είχα ονειρευτεί μια γυναίκα που ξύριζε τα δόντια της με φαλτσέτα.
 
*Αστέρω*
Υ.Γ ας φιλοτιμηθεί κάποιος να μου εξηγήσει γιατί δεν μπορώ να κάνω γαμω-embed από youtube. Αντί για το βίντεο μου εμφανίζει τον κώδικα δημοσιευμένο. Σσίτ.

*σκύλα καραβίσσα/καραβίσια: Παροιμιώδης έκφραση του τόπου μου. Πλάσμα άγριο, κακιασμένο και πεισματάρικο. Προφέρεται με παχύ σίγμα, πάθος, γουρλωμένα μάτια και χέρι εκτεταμένο κατά τη μεριά, βεβαίως, της σκύλας. Το χέρι μετά μπορεί να αναπαυθεί κρατώντας τη μέση και το κεφάλι να ταλαντεύεται δεξιά-αριστερά με απορία και αγανάκτηση. Αυτά προαιρετικά.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

απειροελάχιστο ποστ


   Να σας γνωρίσω τον άντρα μου. Αυτό το καβλί λέγεται Khal Drogo και ήταν -there, I said it- ο βασικός λόγος που αντιπροχτές το βράδυ ξενύχτησα με τον Γείτονα να δούμε 7 επεισόδια Game of Thrones. Για αυτούς που θα με κατηγορήσουν για χαμηλό επίπεδο και πουτσοδουλεία, να αναφέρω οτι, για χάρη του μωρού μου, δέχομαι όλες τις κατηγορίες (soundtrack: "Για σένανε μπορώ") και ότι η σειρά έχει κι άλλα μωρά, για όλα τα γούστα -στην κόλαση θα καώ σε καζάνι με βαρύ πάτο- οπότε τρέχτε να την δείτε. Πάρτε κι άλλη μία του μωρού μου για να δείτε και μεσούλα-κωλαράκι.
    Θα επανέλθω στο Game of Thrones για να σχολιάσω το gay ζευγάρι και άλλα-επί του παρόντος όμως βαριέμαι λίγο. 
   Τρεις μέρες κλεισμένος στο σπίτι είμαι, κατά τα άλλα, κοιμάμαι 8 το πρωί και ξυπνάω 8 το βράδυ, βλέπω μόνο τον Γείτονα (η Χαζή καβλαντίζει Αθήνα με τον επόμενο υποψήφιο Μιμίκο) και παριστάνω οτι κάπως διαβάζω, αλλά -ουδέν κρυπτόν από τον έρμο τον αναγνώστη- δεν τα καταφέρνω.

*Αστέρω*

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

τα μαχαίρια


"Άντε, τα μαχαίρια, τα πιστόλια, τα φορούσες για βραχιόλια. Και ξυράφια δαχτυλίδια, τα φορούσες για στολίδια. Άντε και επειδή οι ειδωλολάτρες έμαθες φορούσαν χάντρες, ντύθηκες μέσα στη χάντρα και κουνιόσουνα σα βάρκα. Με το αχ λιποθυμούσες, με το βαχ θαυματουργούσες κι άρχιζες ακροβασίες με επικίνδυνες ουσίες." (Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Μακεδόνας)

   Από τα πολύ δικά μου κομμάτια. Ώρες και φορές λέω να κάνω μια playlist για το ipod με τίτλο para etterna ή κάτι παρεμφερώς πομπώδες και να βάλω μέσα όλα τα τραγούδια που ακούω χρόνια και νομίζω χωρίς αυτά δεν ζω. Δεν είναι πολλά και δεν είναι που τα ακούω και συνέχεια, απλά επιστρεφω σε αυτά κατά περιόδους, νιώθοντας σχεδόν την ανάγκη τους. Χειμάζομαι σε αυτά, θα ήταν πιο σωστό να πω-μόνο που τούτο θα ήταν άλλη μια πομπώδης διατύπωση εν μέσω τόσων άλλων και να μένει.
   "Τα μαχαίρια" είναι καρσιλαμάς (μάλλον) και δεν θα τα βρείτε στο youtube. Και γω βλαστήμησα για να τα ξαναβρώ και να τα κατεβάσω. Και είναι ποίηση. Απλά. Θυμίζουν σε μένα τις στιγμές εκείνες (μπορεί να είναι και μέρες, μήνες αυτές οι στιγμές) που κάθε τί που φοβάμαι -κάθε τι- έχει συμβεί.
   Τότε, που όλοι μου οι φόβοι έχουν εκπληρωθεί δεν μου μένει τίποτα, παρά η λύσσα. Δεν είναι ελευθερία, παρά μόνο με την έννοια οτι ελευθέρωσες μόλις ένα μαντρόσκυλο. Λυσσώντας τότε τρέχω γύρω γύρω, προσβάλλω κόσμο μες στη μούρη του, σνομπάρω άλλους φάτσα-κάρτα, σιωπώ πλήρως ως ένδειξη διαμαρτυρίας για το πόσο ηλίθιο είναι το περιβάλλον μου-πόσο δεν έχουν τίποτα να μου πουν, τα αναθέματα εξαπολύονται έτσι, για την πλάκα μου, γελάω με τις καταστροφές των άλλων. Δεν καταλαβαίνω Χριστό. Και όλα αυτά, όχι ως αποτελέσματα κάποιας "πρωτογονικής κακίας"*, όσο κι αν φαίνεται έτσι, αλλά ως "κάτι σαν βάλσαμο μετά από προσευχή, ή έστω σαν λυτρωτικό χορό οργιαστικής, πανσέληνης νύχτας"**. Ή, για να το πούμε και στα ίσα, σα ν' αλυχτάω σε φίλους και γνωστούς:
   "Τώρα δεν έχω κέντρα και τα 'χω χάσει όλα. Έλα να πιούμε, να χορέψουμε και να ξεφτυλιστούμε, να κάνουμε επικίνδυνες βλακείες, να σκίσουμε τα ρούχα μας και να φορέσουμε ηλίθια βραχιόλια στα χέρια και τα πόδια μας, να παλέψουμε ως αίματος γιατί μπορούμε και να τρέχουμε μέχρι να καίει ο λαιμός μας, κόκκινα τα μάγουλά μας, ιδρωμένοι σαν να έβρεχε, θα λιποθυμήσουμε στο τέλος και όποιος δει ξημέρωμα θα έχει καθαρίσει πολλή μαυρίλα από πάνω του. Αλλά αν έρθεις μαζί μου, δεν θα σταματήσεις στιγμή για να με κρίνεις ή να με φυλάξεις-ούτε εγώ εσένα. Κι όποιος δει ξημέρωμα."
   Όλα αυτά, που χρήζουν επαγγελματικής βοήθειας, από ένα τραγούδι. Το τραγούδι το ακούω συχνά, τα παραπάνω φαινόμενα είναι σπανιότερα -πλην υπαρκτά- μέρη του κύκλου μου, so to speak.

   Αλλαγή θέματος, αλλαγή κλίματος, το ποστ αυτό το χρωστάτε στη Θεία Ντόνα, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί είπα να διαβάσω λίγα παλιά ποστ της για να με πάρει ο ύπνος και τελικώς ξαγρύπνησα-έτσι κατέληξα να γράφω. Με κείμενα που αγαπάω τρέφομαι όταν οι καιροί είναι λίγο δύσκολοι και το συγκεκριμένο blog είναι από τα πλέον ακριβά μου. Δίκαιη η διαφήμιση εδώ-αν κάτι σου αρέσει, μοιράσου το. Θεία, κάνε twitter, τα ανίψια έχουν την ανάγκη σου!

*Αστέρω*
   
   

*Από το "Μεθυσμένο Κορίτσι", βέβαια.
**Αυτό από την απαγγελία "Κόσμος" της Τσανακλίδου

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

σημειώσεις για το πρωινό της 31ης Μαΐου 2011

   Άρχισα γυμναστήριο και προσπαθώ να πηγαίνω. Δεν με διασκεδάζει ιδιαίτερα. Ο γυμναστής μου είναι αδιάφορος, η γυμνάστριά μου είναι η Χέλγκα-η-σαδίστρια-του-στρατοπέδου, ο διάδρομος έχει πλάκα, τα μηχανήματα είναι κομσί-κομσά και οι κοιλιακοί εφιάλτης. Η μόνη πραγματικά χαρούμενη στιγμή είναι όταν τελειώνω όλες μου τις ασκήσεις, όλα μου τα σετ και φεύγω να πάω σπίτι. Εκεί νιώθω μια ικανοποίηση με την πάρτη μου, οτι "τα κατάφερα και σήμερα" και μια απίστευτη ενέργεια -ορμόνες και οξυγόνο, φαντάζομαι-. Γυμναστήριο άρχισα για τον ίδιο λόγο που έχασα 25 κιλά από το Σεπτέμβρη, που άρχισα να την ψάχνω με τα ρούχα μου, που πληρώνω ένα σκασμό λεφτά για κομμωτήριο. Γιατί, όπως γράφει και ο Μαρτέν Παζ στο "Πώς έγινα βλάκας": "Ξύπνα, Αντουάν! Η προσωπικότητα δεν προκαλεί σεξουαλικές φαντασιώσεις. Με άλλα πράγματα ερεθιζόμαστε. Μπορεί να είναι κρίμα, αλλά έτσι είναι. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι αυτό."
   Η ομορφιά είναι δίκαιη επιδίωξη. Και εγώ φέτος την κυνήγησα λυσσασμένα και θα την κυνηγήσω κι άλλο. Τρώω φλασιές από εκείνα τα βράδια των Χριστουγέννων, με την Γενοβέφα καθιστοί μπροστά στο τζάκι, ενα μπουκάλι τσίπουρο, δυο σφηνοπότηρα, και γω να είμαι χώμα, χάλια μαύρα, δεν νομίζω να έκλαιγα -πρέπει να το είχα ξεπεράσει προ πολλού το στάδιο αυτό-, αλλά έτρεμα ολόκληρος, έτρεμε και η φωνή μου, τα χέρια μου σαν τρομαγμένα πουλιά και μίλαγα κάτι μονολόγους μακρούς για ματαιώσεις και διαψεύσεις και σχέδια που έκανα και μάλλον δεν θα πετύχαιναν. Η πιο σκοτεινή μου περίοδος. Αν τον Σεπτέμβρη δειλά αποφάσισα να με αλλάξω, να τα φέρω όλα τούμπα, τα Χριστούγεννα, έδεσα όρκο στη φωτιά από κείνο το τζάκι (που εκτός από τη Γενοβέφα, μόνο εκείνο μ' άκουγε να μιλάω) να μην με ξαναπαρατήσω ποτέ.
   Τα θυμήθηκα τώρα όλα αυτά γιατί πέρασα μερικές μέρες που σκεφτόμουν οτι τεμπέλιασα και φέτος και δεν έκανα τίποτα με την ζωή μου. Έφτασε η εξεταστική και τρέχω να βρω σημειώσεις, αντί να έχω δικές μου από τις παρακολουθήσεις, δεν έχω γκόμενο, δεν αποταμίευσα, όπως σχεδίαζα, κλπ. Αλλά χτες-προχτές είδα το Ισλάμ απ' την ανάποδη και είπα "Στάσου ρε, εσύ από το Σεπτέμβρη είσαι άλλος άνθρωπος! Αδυνάτισες, για πρώτη φορά έβερ η σχολή σου είναι σε μια κάποια τάξη, κι αν δεν έχεις γκόμενο, δεν είναι οτι δεν σου συνέβησαν πράγματα ή δεν το προσπάθησες-δεν έκατσε. Για πρώτη φορά στη ζωή σου όλα έχουν έναν ειρμό."
   Ακόμα δεν ξέρω πού πηγαίνω και τί ακριβώς θα μου δώσει την έξαψη της δημιουργίας που χρειάζομαι, αλλά έχω κάνει πολύ δρόμο-κι είναι ηλίθιο να μην μου το αναγνωρίζω. 

μαθήματα ζωής

   Καλόν είναι ο άνθρωπος να έχει αρχές και να εμμένει σε αυτές. Εγώ έχω διάφορες τέτοιες και με αυτές πορεύομαι στη ζωή μου. Αυτές με βοηθούν στα δύσκολα, αυτές με διευκολύνουν στα ηθικά διλήμματα, αυτές μου δίνουν κουράγιο το πρωί να σηκωθώ από το κρεββάτι, σε αυτές ελπίζω το βράδυ που πέφτω για ύπνο.
   Μια από αυτές είναι, το έχω πει κι ξαναπεί, το μικρό μπουκαλάκι του νερού. Και δη, το μικρό μπουκαλάκι του νερού με κρύο νερό μέσα. Δεν έχω αγιότερο! Πασπαρτού. Χωράει παντού, είναι φτηνό και ξαναχρησιμοποιείται επ' άπειρον ή, τέλος πάντων, μέχρι να ξεχαστώ και να το πετάξω καταλάθος (μετά, κλαίω).
   Πολλές οι χρήσεις του-από συλλέκτης πετίτ κογχυλιών σε νησιώτικη παραλία (γιατί πόσα να κρατήσες στη χούφτα σου;), μέχρι θεόσταλτη σωτηρία από τη λύσσα του ποπ κορν σε θερινό σινεμα, οι πρακτικές του εφαρμογές στην καθημερινή ζωή δεν έχουν τέλος. Αλλά οι δύο χρήσεις του για τις οποίες του ανάβω καντήλι περιλαμβάνουν καφεΐνη.
   1. Ξυπνάω με πονοκέφαλο; -πίνω το μισό νερό, ρίχνω ένα αναβράζον κόκκινο παναντόλ στο υπόλοιπο, αφρογκάζομαι (sic) για λίγο τις ευεργετικές φυσαλίδες, μεταλαμβάνω κατόπιν την Κοινωνία όλων των νευρικών από κτίσεως κόσμου.
   2. Ξυπνάω γενικώς; -θέλω φραπέ (εννοείται). Και ενώ μπορω να διαλέξω από μια τεράστια γκάμα μικρών και μεγάλων γυάλινων ποτηριών, κεραμικών κουπών (είμαι σίγουρος οτι αυτή η γενική δεν υπάρχει στην πραγματικότητα και μόλις την επινόησα) ή και τελετουργικών σκευών εξειδικευμένων στην πόση φραπέ, των λεγόμενων φραπεδοπότηρων (διάφανο-σώμα-μπλε-καπάκι, θερινή χορηγία του nescafe frappe), ξέρω οτι το μικρό μπουκαλάκι του νερού που παγώνει από βραδύς στο ψυγείο είναι ασυναγώνιστο. Γιατί δεν ξυπνάω με κέφια ούτε με όρεξη για αλχημείες. Με το μικρό μπουκαλάκι του νερού έχω έτοιμο φραπέ σε ελάχιστο χρόνο, δεν χρειάζομαι μπιθιαχτίρι* για την παρασκευή του, δεν χρειάζομαι -σώνει και ντε- καλαμάκι, δεν χρειάζεται πραγματικό πλύσιμο μετά τη χρήση-μόνο ξέπλυμμα. Έτσι, βοηθάω και το περιβάλλον, εξοικονομώντας πλαστικό, ρεύμα και νερό!

*Αστέρω*

*μπιθιαχτίρι. Λέξη που απαντά μάλλον μόνο στο λεξιλόγιο της μητέρας μου ή/και της ευρύτερης οικογενείας και δηλώνει κάθε αντικείμενο που, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, μπαίνει σε ένα άλλο και του προκαλεί αναστάτωση, με παράλληλη παραγωγή βόμβου. Έτσι μπιθιαχτίρι είναι, μεταξύ άλλων, και ο ηλεκτρικός αναδευτήρας του φραπέ. Πληθυντικός: μπιθιαχτίρια (δόκιμος, αλλά μάλλον σπάνιος)

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

κανα-δυο απογεύματα πριν.

  Δεν περνάω καλά. Είμαι στην αυλή της χαζής τώρα και χαζεύω τον κισσό-σκέφτομαι ότι είμαι ψύχραιμος που δεν περνάω καλά. Δεν υστεριάζω, δεν καντηλιάζω, απορώ μόνο λίγο. Μου λείπουν πράγματα που δεν έχω· ένας έρωτας, επιτυχία στη σχολή, σχέδια για το μέλλον. Δεν τα έχω είτε επειδή δεν τα επιδίωξα αρκετά, είτε γιατί δεν τα επιδίωξα σωστά. Ψυχραιμία. Νιώθω βαθύς πράσινος, σαν τον κισσό. Η χαζή πηγαινοέρχεται, παει απο την αυλή στο σπίτι της και από το σπίτι πίσω στην αυλή. Αδείαζει τασάκια, βάζει νερό στο φραπέ της. Κουδουνίζει. Εχει βάλει κουδουνάκια στο πόδι και μου έφτιαξε και μένα.
  Δεν είναι η ευτυχία το ζητούμενο-η ευτυχία είναι τυχαία. Ζητούμενο είναι η ηρεμία το βράδυ, ο ξεκούραστος ύπνος. Δεν τον έχω. Γιατί δεν τον έχω κερδίσει. Ψυχραιμία. Εκανα πλάκα όταν μου έφτιαξε η χαζή το βραχιόλι με τα κουδουνάκια. Έλεγα οτι είναι το πρώτο απο τα κοσμήματα της γοργόνας. Η γοργόνα φτιάχνει κοσμήματα απ' ο,τι καταφέρει να μαζέψει: χάντρες διάφορες, σκληρά σκοινιά, κοχύλια και απολιθώματα, σκουριασμένα κουδουνάκια. Τα κρύβει μετά σε θαλάσσιες σπηλιές τα κοσμήματα και καμιά φορά τα παίρνει το κύμα και τα πάει όπου. Αν τα βρεις, καταλαβαίνεις αμέσως ότι είναι μαγεμένα να σε βοηθήσουν. Τα κουδουνάκια μου, οι μαύρες καραμέλες, δίνουν ψυχραιμία, έλεγα, ανακούφιση. Ξυπνάω το βράδυ αναστατωμένος απο χίλιες δύο μαλακίες και τα ακούω να κουδουνιζουν στο πόδι μου. Ηρεμώ. "Ναι" μου απάντησε ο γείτονας όταν του τα έλεγα αυτά τα αγγελοκρουσμένα "αλλά εχει και τίμημα. Τωρα πια αν θες να κρυφτείς από τον εαυτό σου, δεν θα μπορείς. Θα ακούς τα κουδουνάκια."
  Η όρεξη για δουλειά είναι αποτέλεσμα πολλής δουλειάς, σκέφτομαι. Η ανταμοιβή της δουλείας έρχεται όπου εχει γίνει δουλειά με όρεξη. Σε αυτή τη φάση προσπαθώ ανόρεχτα να δουλέψω. Long way to go. Oh well... Άρχισα ανόρεχτα γυμναστήριο, ανόρεχτα προσπαθώ να διαβάσω για τη σχολή, ανόρεχτα βγαίνω όταν βγαίνω. Ψυχραιμία.



*Αστέρω*

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

major update

   Το Κέντρο Διερχομένων μας έκλασε ένα γκιώνη και το κλείνουμε άπαξ και δια παντός. Διάφορος κόσμος έμαθε να χρησιμοποιεί το internet τώρα τελευταία και τα πράγματα φτάσανε στο σημείο που ή θα πετσόκοβα τα ήδη δημοσιευμένα κείμενα ή πάλι θα έτρεχα να αποδείξω οι *δεν είμαι ελέφαντας*.
   Και ειλικρινά, βαρέθηκα.
   Ένηγουέη, τα νέα κείμενα στο εξής εδώ. Whatever the cost.

*Αστέρω*