Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

τα μαχαίρια


"Άντε, τα μαχαίρια, τα πιστόλια, τα φορούσες για βραχιόλια. Και ξυράφια δαχτυλίδια, τα φορούσες για στολίδια. Άντε και επειδή οι ειδωλολάτρες έμαθες φορούσαν χάντρες, ντύθηκες μέσα στη χάντρα και κουνιόσουνα σα βάρκα. Με το αχ λιποθυμούσες, με το βαχ θαυματουργούσες κι άρχιζες ακροβασίες με επικίνδυνες ουσίες." (Πρώτη εκτέλεση: Κώστας Μακεδόνας)

   Από τα πολύ δικά μου κομμάτια. Ώρες και φορές λέω να κάνω μια playlist για το ipod με τίτλο para etterna ή κάτι παρεμφερώς πομπώδες και να βάλω μέσα όλα τα τραγούδια που ακούω χρόνια και νομίζω χωρίς αυτά δεν ζω. Δεν είναι πολλά και δεν είναι που τα ακούω και συνέχεια, απλά επιστρεφω σε αυτά κατά περιόδους, νιώθοντας σχεδόν την ανάγκη τους. Χειμάζομαι σε αυτά, θα ήταν πιο σωστό να πω-μόνο που τούτο θα ήταν άλλη μια πομπώδης διατύπωση εν μέσω τόσων άλλων και να μένει.
   "Τα μαχαίρια" είναι καρσιλαμάς (μάλλον) και δεν θα τα βρείτε στο youtube. Και γω βλαστήμησα για να τα ξαναβρώ και να τα κατεβάσω. Και είναι ποίηση. Απλά. Θυμίζουν σε μένα τις στιγμές εκείνες (μπορεί να είναι και μέρες, μήνες αυτές οι στιγμές) που κάθε τί που φοβάμαι -κάθε τι- έχει συμβεί.
   Τότε, που όλοι μου οι φόβοι έχουν εκπληρωθεί δεν μου μένει τίποτα, παρά η λύσσα. Δεν είναι ελευθερία, παρά μόνο με την έννοια οτι ελευθέρωσες μόλις ένα μαντρόσκυλο. Λυσσώντας τότε τρέχω γύρω γύρω, προσβάλλω κόσμο μες στη μούρη του, σνομπάρω άλλους φάτσα-κάρτα, σιωπώ πλήρως ως ένδειξη διαμαρτυρίας για το πόσο ηλίθιο είναι το περιβάλλον μου-πόσο δεν έχουν τίποτα να μου πουν, τα αναθέματα εξαπολύονται έτσι, για την πλάκα μου, γελάω με τις καταστροφές των άλλων. Δεν καταλαβαίνω Χριστό. Και όλα αυτά, όχι ως αποτελέσματα κάποιας "πρωτογονικής κακίας"*, όσο κι αν φαίνεται έτσι, αλλά ως "κάτι σαν βάλσαμο μετά από προσευχή, ή έστω σαν λυτρωτικό χορό οργιαστικής, πανσέληνης νύχτας"**. Ή, για να το πούμε και στα ίσα, σα ν' αλυχτάω σε φίλους και γνωστούς:
   "Τώρα δεν έχω κέντρα και τα 'χω χάσει όλα. Έλα να πιούμε, να χορέψουμε και να ξεφτυλιστούμε, να κάνουμε επικίνδυνες βλακείες, να σκίσουμε τα ρούχα μας και να φορέσουμε ηλίθια βραχιόλια στα χέρια και τα πόδια μας, να παλέψουμε ως αίματος γιατί μπορούμε και να τρέχουμε μέχρι να καίει ο λαιμός μας, κόκκινα τα μάγουλά μας, ιδρωμένοι σαν να έβρεχε, θα λιποθυμήσουμε στο τέλος και όποιος δει ξημέρωμα θα έχει καθαρίσει πολλή μαυρίλα από πάνω του. Αλλά αν έρθεις μαζί μου, δεν θα σταματήσεις στιγμή για να με κρίνεις ή να με φυλάξεις-ούτε εγώ εσένα. Κι όποιος δει ξημέρωμα."
   Όλα αυτά, που χρήζουν επαγγελματικής βοήθειας, από ένα τραγούδι. Το τραγούδι το ακούω συχνά, τα παραπάνω φαινόμενα είναι σπανιότερα -πλην υπαρκτά- μέρη του κύκλου μου, so to speak.

   Αλλαγή θέματος, αλλαγή κλίματος, το ποστ αυτό το χρωστάτε στη Θεία Ντόνα, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί είπα να διαβάσω λίγα παλιά ποστ της για να με πάρει ο ύπνος και τελικώς ξαγρύπνησα-έτσι κατέληξα να γράφω. Με κείμενα που αγαπάω τρέφομαι όταν οι καιροί είναι λίγο δύσκολοι και το συγκεκριμένο blog είναι από τα πλέον ακριβά μου. Δίκαιη η διαφήμιση εδώ-αν κάτι σου αρέσει, μοιράσου το. Θεία, κάνε twitter, τα ανίψια έχουν την ανάγκη σου!

*Αστέρω*
   
   

*Από το "Μεθυσμένο Κορίτσι", βέβαια.
**Αυτό από την απαγγελία "Κόσμος" της Τσανακλίδου

2 σχόλια:

asperger είπε...

Πάνω που έψαχνα τον ορισμό αυτής της "λύσσας". Και γιατί να δει ξημέρωμα ;

*Αστέρω* είπε...

για να έχει ευκαιρία να ξαναλυσσάξει, βέβαια...