Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

κανα-δυο απογεύματα πριν.

  Δεν περνάω καλά. Είμαι στην αυλή της χαζής τώρα και χαζεύω τον κισσό-σκέφτομαι ότι είμαι ψύχραιμος που δεν περνάω καλά. Δεν υστεριάζω, δεν καντηλιάζω, απορώ μόνο λίγο. Μου λείπουν πράγματα που δεν έχω· ένας έρωτας, επιτυχία στη σχολή, σχέδια για το μέλλον. Δεν τα έχω είτε επειδή δεν τα επιδίωξα αρκετά, είτε γιατί δεν τα επιδίωξα σωστά. Ψυχραιμία. Νιώθω βαθύς πράσινος, σαν τον κισσό. Η χαζή πηγαινοέρχεται, παει απο την αυλή στο σπίτι της και από το σπίτι πίσω στην αυλή. Αδείαζει τασάκια, βάζει νερό στο φραπέ της. Κουδουνίζει. Εχει βάλει κουδουνάκια στο πόδι και μου έφτιαξε και μένα.
  Δεν είναι η ευτυχία το ζητούμενο-η ευτυχία είναι τυχαία. Ζητούμενο είναι η ηρεμία το βράδυ, ο ξεκούραστος ύπνος. Δεν τον έχω. Γιατί δεν τον έχω κερδίσει. Ψυχραιμία. Εκανα πλάκα όταν μου έφτιαξε η χαζή το βραχιόλι με τα κουδουνάκια. Έλεγα οτι είναι το πρώτο απο τα κοσμήματα της γοργόνας. Η γοργόνα φτιάχνει κοσμήματα απ' ο,τι καταφέρει να μαζέψει: χάντρες διάφορες, σκληρά σκοινιά, κοχύλια και απολιθώματα, σκουριασμένα κουδουνάκια. Τα κρύβει μετά σε θαλάσσιες σπηλιές τα κοσμήματα και καμιά φορά τα παίρνει το κύμα και τα πάει όπου. Αν τα βρεις, καταλαβαίνεις αμέσως ότι είναι μαγεμένα να σε βοηθήσουν. Τα κουδουνάκια μου, οι μαύρες καραμέλες, δίνουν ψυχραιμία, έλεγα, ανακούφιση. Ξυπνάω το βράδυ αναστατωμένος απο χίλιες δύο μαλακίες και τα ακούω να κουδουνιζουν στο πόδι μου. Ηρεμώ. "Ναι" μου απάντησε ο γείτονας όταν του τα έλεγα αυτά τα αγγελοκρουσμένα "αλλά εχει και τίμημα. Τωρα πια αν θες να κρυφτείς από τον εαυτό σου, δεν θα μπορείς. Θα ακούς τα κουδουνάκια."
  Η όρεξη για δουλειά είναι αποτέλεσμα πολλής δουλειάς, σκέφτομαι. Η ανταμοιβή της δουλείας έρχεται όπου εχει γίνει δουλειά με όρεξη. Σε αυτή τη φάση προσπαθώ ανόρεχτα να δουλέψω. Long way to go. Oh well... Άρχισα ανόρεχτα γυμναστήριο, ανόρεχτα προσπαθώ να διαβάσω για τη σχολή, ανόρεχτα βγαίνω όταν βγαίνω. Ψυχραιμία.



*Αστέρω*

Δεν υπάρχουν σχόλια: